Ερμαίον

Ονομασία ακρωτηρίων κατά την αρχαιότητα. 1. Ακρωτήριο του Βοσπόρου (σήμερα Ρούμελη Χισάρ), όπου στήθηκε η μία άκρη της γέφυρας του Δαρείου για τη διάβαση των Περσών. 2. Ακρωτήριο της Λιβύης, μεταξύ Γαφάρων και Μεγάλης Λέπτης. 3. Η βορειοανατολική άκρη της Λήμνου (σήμερα Πλάκα). Στον Τρωικό πόλεμο υπήρχε στην κορυφή της ενδιάμεση φρυκτωρία, που μεταβίβαζε την ίδια νύχτα ειδήσεις για το Ίλιον, από την Ίδη της Μυσίας μέχρι τα ανάκτορα των Ατρειδών και αντίστροφα. 4. Ακρωτήριο της δυτικής ακτής της Σαρδηνίας (σήμερα Κάτσια). 5. Ακρωτήριο της Τιγγιτανής (Μαρόκου), έξω από τις Ηράκλειες Στήλες (Γιβραλτάρ). Σήμερα ονομάζεται Ρας Φεντάλα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ἕρμαιον — gift of neut nom/voc/acc sg Ἕρμαιος masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἕρμαιον — gift of neut nom/voc/acc sg ἑρμαῖος called after masc acc sg ἑρμαῖος called after neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑρμαῖον — Ἑρμαῖος masc acc sg Ἑρμαῖος neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θοὔρμαιον — ἕρμαιον , ἕρμαιον gift of neut nom/voc/acc sg ἕρμαιον , ἑρμαῖος called after masc acc sg ἕρμαιον , ἑρμαῖος called after neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑρμαίω — Ἕρμαιον gift of neut nom/voc/acc dual Ἕρμαιον gift of neut gen sg (doric aeolic) Ἕρμαιος masc nom/voc/acc dual Ἕρμαιος masc gen sg (doric aeolic) Ἑρμαίης masc gen sg (attic epic ionic) Ἑρμαί̱ω , Ἑρμαῖος masc/neut nom/voc/acc dual Ἑρμαί̱ω ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρμαίω — ἕρμαιον gift of neut nom/voc/acc dual ἕρμαιον gift of neut gen sg (doric aeolic) ἑρμαῖος called after masc/neut nom/voc/acc dual ἑρμαῖος called after masc/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρμαίη — ἕρμαιον gift of fem nom/voc sg (epic ionic) ἑρμαῖος called after fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑρμαίοις — Ἕρμαιον gift of neut dat pl Ἕρμαιος masc dat pl Ἑρμαί̱οις , Ἑρμαῖος masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρμαίοις — ἕρμαιον gift of neut dat pl ἑρμαῖος called after masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑρμαίου — Ἕρμαιον gift of neut gen sg Ἕρμαιος masc gen sg Ἑρμαίης masc gen sg Ἑρμαί̱ου , Ἑρμαῖος masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.